ΣΦΡΑΓΙΣΤΙΚΑ ΓΕΝΙΚΑ
Η επιλογή του σωστού σφραγιστικού είναι πολύπλοκη και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν ποιο υλικό είναι κατάλληλο για μια συγκεκριμένη εφαρμογή είναι:
-
είδος υποστρώματος
-
μέγεθος αρμού
-
κινητικότητα αρμού
-
συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας κατά την εφαρμογή
-
συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του σφραγιστικού
-
διαθέσιμη απόχρωση
-
κόστος
-
απαιτήσεις αντοχής στην ακτινοβολία UV
-
αντοχή στο νερό
-
αισθητικό αποτέλεσμα
-
αντοχή σε μύκητες
-
χημική αντοχή
-
νομοθεσία ή τεχνικές προδιαγραφές
Για να απλοποιηθεί η διαδικασία, που απαιτεί εμπειρία και γνώση, προτείνεται η χρήση σφραγιστικών που καλύπτουν το μεγαλύτερο εύρος εφαρμογών, όπως οι ουδέτερες σιλικόνες (S 900, Isofix Neutral) και τα υβριδικά σφραγιστικά τερματισμένα με σιλάνια (Elastobond, Elastobrid, Isofix Hybrid). Εναλλακτικά, μπορείτε να συμβουλευτείτε τον πίνακα εφαρμογών για τη σειρά Isofix.
Tip: Για τις περισσότερες εφαρμογές μπορούν να χρησιμοποιηθούν 2–3 διαφορετικά προϊόντα με ισοδύναμο αποτέλεσμα.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε S-Hi Temp, Fire Acrylic και Fireseal W;
Η S-Hi Temp είναι σιλικόνη που αντέχει λειτουργικά σε θερμοκρασίες μέχρι 270°C και βραχυπρόθεσμα έως 300°C. Χρησιμοποιείται εκεί που απαιτείται αντοχή σε υψηλή θερμοκρασία.
Το Fireseal W αντέχει πολύ υψηλές θερμοκρασίες (έως 1200°C), αλλά δεν έχει ελαστικότητα ούτε αντοχή στο νερό. Ιδανικό για εσωτερικούς αρμούς χωρίς κινητικότητα, π.χ. σε συναρμογές τζακιών.
Το Fire Acrylic είναι ειδικό ακρυλικό σφραγιστικό που διογκώνεται όταν έρχεται σε επαφή με φωτιά, καθυστερώντας τη μετάδοση της πυρκαγιάς. Χρησιμοποιείται κυρίως για σφράγιση αρμών γύρω από πόρτες πυρασφαλείας.
Ποιο είναι το κατάλληλο υλικό για αρμούς σε μόνιμη εμβάπτιση;
Τα κατάλληλα υλικά για αρμούς σε μόνιμη εμβάπτιση είναι τα S 900, Elastoseal, Elastotan.
Για πισίνες, λόγω χλωρίου, προτείνεται αποκλειστικά το S 900 (διαφανές).
Tip: Σε πορώδη υποστρώματα (π.χ. μπετόν) χρειάζεται χρήση ειδικού ασταριού.
ΑΚΡΥΛΙΚΑ ΣΦΡΑΓΙΣΤΙΚΑ
Είναι κατάλληλα τα ακρυλικά σφραγιστικά για εξωτερική χρήση;
Τα ακρυλικά σφραγιστικά είναι κατάλληλα για εξωτερική χρήση σε κάθετους αρμούς. Αποφεύγετε οριζόντιους αρμούς με λιμνάζοντα νερά.
Γιατί ανοίγει ο αρμός (αποκόλληση) μετά από λίγους μήνες;
Οι κύριες αιτίες είναι:
-
Χαμηλή ελαστικότητα
-
Μέτρια έως κακή πρόσφυση στο υπόστρωμα
-
Συρρίκνωση λόγω νερού
-
Σκλήρυνση σε χαμηλές θερμοκρασίες
-
Μεταβολή πλάτους αρμού
Tip: Χρησιμοποιήστε ακρυλικά μεγάλης ελαστικότητας (Sealac) ή εναλλακτικά σιλικόνες (S 100, S 900), πολυουρεθάνες (Elastoseal PU) ή υβριδικά σφραγιστικά (Elastobond, Elastobrid, Isofix Hybrid).
Πώς στεγνώνουν τα ακρυλικά σφραγιστικά;
Τα ακρυλικά σφραγιστικά στεγνώνουν με την εξάτμιση του νερού που περιέχουν. Η ταχύτητα εξάτμισης του νερού επηρεάζεται ιδιαίτερα από τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας του περιβάλλοντος.
Τι προβλήματα ενδέχεται να παρουσιαστούν κατά τη χρήση ακρυλικών σφραγιστικών σε χειμωνιάτικες καιρικές συνθήκες;
Τα ακρυλικά σφραγιστικά στεγνώνουν μέσω εξάτμισης του νερού που περιέχουν. Σε χαμηλές θερμοκρασίες και υψηλή υγρασία, η διαδικασία αυτή επιβραδύνεται σημαντικά, με αποτέλεσμα τα προϊόντα να μην στεγνώνουν επαρκώς και να μην αποκτούν τις απαιτούμενες μηχανικές αντοχές, ακόμη και μετά από αρκετές ημέρες.
Σε αυτές τις συνθήκες, τα ακρυλικά είναι επίσης ευάλωτα στη βροχή, η οποία μπορεί να τα διαλύσει ή να τα παρασύρει από τον αρμό.
Tip: Προτείνεται η χρήση ειδικών ακρυλικών σφραγιστικών όπως το Acrylic Pro 6000, ή εναλλακτικά σφραγιστικών που στεγνώνουν με την υγρασία του αέρα (σιλικόνες, πολυουρεθάνες ή υβριδικά σφραγιστικά).
Γιατί δυσκολεύει το στρώσιμο το καλοκαίρι;
Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, και ειδικά σε σημεία που εκτίθενται απευθείας στον ήλιο, τα ακρυλικά σφραγιστικά μπορεί να δημιουργήσουν γρήγορα μια λεπτή επιφανειακή μεμβράνη. Αυτό το υμένιο δυσκολεύει το ομοιόμορφο στρώσιμο του σφραγιστικού.
Tip: Συνιστάται η χρήση του Acrylic Pro 6000 που έχει μεγαλύτερο χρόνο εργασιμότητας ή εναλλακτικά να εφαρμόζεται το σφραγιστικό με πινέλο βουτηγμένο σε σαπουνόνερο, ώστε να γλιστράει πιο ομαλά στην επιφάνεια.
ΣΙΛΙΚΟΝΕΣ
Είναι οι σιλικόνες κατάλληλες για εξωτερική χρήση;
Οι σιλικόνες γενικά είναι ιδανικές για εξωτερική χρήση, καθώς έχουν εξαιρετική αντοχή στην UV ακτινοβολία, το νερό και τις μεταβολές της θερμοκρασίας από -40ºC έως +120ºC.
Έχουν οι σιλικόνες μακροχρόνια αντοχή ή χρειάζονται ανανέωση κάθε 2-3 χρόνια;
Οι σιλικόνες, κανονικά, έχουν μακροχρόνια αντοχή. Στην αγορά όμως κυριαρχούν οι οικονομικοί τύποι οι οποίοι παρουσιάζουν τα εξής προβλήματα:
Οι σωστές σιλικόνες έχουν μακροχρόνια διάρκεια ζωής. Στην αγορά όμως κυκλοφορούν φθηνότεροι τύποι που παρουσιάζουν προβλήματα:
-
Συρρικνώνονται μέσα στα πρώτα 1–2 χρόνια, έως και 25–30%.
-
Αποκολλώνται λόγω αδύναμης πρόσφυσης (κυρίως οι όξινες-ακετοξικές σιλικόνες).
Tip: Για μέγιστη αντοχή και διάρκεια, προτιμήστε τους τύπους: S 100, SuperWhite 10, S 900, Isofix Neutral.
Τι διαφορές έχουν οι ουδέτερες σιλικόνες από τις όξινες-ακετοξικές;
Οι όξινες-ακετοξικές σιλικόνες είναι οι πιο ευρέως διαδεδομένες στην αγορά. Παρουσιάζουν όμως, ικανότητα πρόσφυσης σε πολύ περιορισμένα λεία υποστρώματα, όπως γυαλί, κεραμικό πλακάκι, ανοξείδωτα μέταλλα, ενώ είναι ακατάλληλες για πορώδη ή συνθετικά υποστρώματα, καθώς και σε μέταλλα τα οποία είναι ευαίσθητα στην οξείδωση.
Οι ουδέτερες σιλικόνες έχουν εξαιρετική πρόσφυση στη μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία πορώδων ή μη-πορώδων υποστρωμάτων όπως γυαλί, πλακάκι, μέταλλα παντός είδους, ξύλα παντός είδους, μπετόν, μάρμαρο, τούβλο, κεραμίδι, PVC, πολυακρυλικό, πολυεστέρας, πολυκαρβονικό, κ.ά.
Οι όξινες-ακετοξικές σιλικόνες είναι επιβλαβείς για τον ανθρώπινο οργανισμό;
Οι όξινες-ακετοξικές σιλικόνες, όσο είναι ακόμα νωπές, μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμούς σε δέρμα και μάτια εφόσον υπάρξει συστηματική επαφή. Αφού στεγνώσουν (συνήθως μέσα σε 24 ώρες), είναι απολύτως ασφαλείς.
Γιατί οι σιλικόνες, ακόμα και οι αντιμουχλικές, αργά ή γρήγορα μαυρίζουν;
Σε αρμούς που έρχονται σε συχνή επαφή με νερό και έχουν περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, με τον καιρό μπορεί να εμφανιστούν μαύρες κηλίδες από μύκητες, οι οποίες σταδιακά εξαπλώνονται και οδηγούν σε πλήρες μαύρισμα της σιλικόνης. Για την καθυστέρηση ή αποφυγή της ανάπτυξης των μυκήτων, στις σιλικόνες έχει ενσωματωθεί ειδικό μυκητοκτόνο.
Δυστυχώς, στις περισσότερες περιπτώσεις η ανάπτυξη μυκήτων δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως, για τους εξής λόγους:
-
Οι περισσότεροι οικονομικοί τύποι σιλικόνης περιέχουν λιγότερο μυκητοκτόνο από το συνιστώμενο ή μυκητοκτόνα χαμηλότερης ποιότητας.
-
Οι οικονομικές σιλικόνες παρουσιάζουν μεγάλη απώλεια μάζας με αποτέλεσμα να χάνουν και το μυκητοκτόνο που περιέχουν.
-
Πολλά μυκητοκτόνα διασπώνται με τη συχνή επαφή με νερό, μειώνοντας την αποτελεσματικότητά τους.
-
Η παρουσία οργανικών υπολειμμάτων και σαπουνιού στους αρμούς ευνοεί και επιταχύνει την ανάπτυξη μυκήτων.
Tip: Για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, συνιστάται η χρήση του τύπου Super White 10, με δεκαετή εγγύηση, σε συνδυασμό με τακτικό καθαρισμό και ξέπλυμα του αρμού με άφθονο νερό, για την απομάκρυνση υπολειμμάτων σαπουνιού.
Γιατί οι σιλικόνες λεκιάζουν τα μάρμαρα;
Οι σιλικόνες υψηλής ποιότητας περιέχουν λάδι σιλικόνης και όταν εφαρμοστούν σε πολύ απορροφητικές επιφάνειες, όπως π.χ. στα σόκορα μαρμάρων, υπάρχει πιθανότητα να λεκιάσουν γύρω από τον αρμό.
Tip: Για να αποφευχθεί αυτό το φαινόμενο, σε αρμούς με πορώδη μάρμαρα ή φυσικές πέτρες, και σε εφαρμογές όπου το αισθητικό αποτέλεσμα είναι κρίσιμο (π.χ. ορθομαρμαρώσεις κτηρίων), συνιστάται η χρήση του ειδικού ελαστομερούς σφραγιστικού Elastotan S.
Πόσο χρόνο θέλει για να στεγνώσει η σιλικόνη;
Οι σιλικόνες στεγνώνουν όταν έρθουν σε επαφή με την υγρασία του αέρα, μετατρέποντας τη νωπή πάστα σε ελαστικό λάστιχο. Η διαδικασία ξεκινά από την επιφάνεια που έρχεται σε επαφή με τον αέρα και προχωρά σταδιακά προς το εσωτερικό της μάζας. Ο χρόνος στεγνώματος εξαρτάται από τη θερμοκρασία, την υγρασία και το πάχος της στρώσης. Σε θερμοκρασία 20-25ºC, η επιφανειακή μεμβράνη σχηματίζεται σε περίπου 15-25 λεπτά, ενώ το στέγνωμα 2-3 mm στο εσωτερικό προχωρά κατά το πρώτο 24ωρο.
Tip: Για σφραγιστικά ενός συστατικού, όπως οι σιλικόνες, δεν συνιστάται εφαρμογή σε στρώσεις πάχους μεγαλύτερου από 2 cm, γιατί η διαδικασία στεγνώματος στο εσωτερικό καθυστερεί σημαντικά.
Μπορεί η σιλικόνη να χρησιμοποιηθεί ως συγκολλητικό;
Η σιλικόνη είναι κυρίως υλικό σφράγισης, αλλά διαθέτει αρκετή μηχανική αντοχή (περίπου 2 Ν/mm² σε εφελκυσμό) για να λειτουργήσει και ως συγκολλητικό.
Tip: Για συγκολλητικές εφαρμογές προτείνονται ειδικοί τύποι, όπως τα S 100, S 900, IG 1K και SG 1K. Σημαντικό είναι η σιλικόνη να αερίζεται καλά, ώστε να στεγνώσει σωστά και να αποκτήσει την απαιτούμενη αντοχή.
ΣΥΓΚΟΛΛΗΤΙΚΑ ΓΕΝΙΚΑ
Τι είναι η μονταζόκολλα;
Οι κόλλες μονταρίσματος ή μονταζόκολλες είναι υψηλού ιξώδους (παχύρευστες) και θιξοτροπικές (αυτοστηριζόμενες, δεν ρέουν) κόλλες που χρησιμοποιούνται σε ευρεία γκάμα εφαρμογών στήριξης-κρεμάσματος-ανάρτησης αντικειμένων, αντικαθιστώντας βίδες, βύσματα ή καρφιά.
Τα βασικά τους πλεονεκτήματα είναι ότι δεν απαιτούν τρύπημα του προς συγκόλληση αντικειμένου ή του υποστρώματος και μοιράζουν το φορτίο σε όλη την επιφάνεια επαφής (στις βίδες ή στα καρφιά το φορτίο είναι σημειακό).
Διατίθενται συνήθως: -Σε πλαστικές φύσιγγες 300 ml, για εφαρμογή με πιστόλι. -Σε σωληνάρια 80-200 ml, για εφαρμογή με το χέρι (όπως οι σιλικόνες).
Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι μονταζοκολλών ανάλογα με τη χημεία τους και τον τρόπο στεγνώματος, για να καλύπτουν διάφορες εφαρμογές.
Ποια η διαφορά μεταξύ Montage Stick, Montage-S, Lastostick, Elastobond, Elastobond High Tack; Ποια τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της καθεμιάς;
Τα συγκεκριμένα προϊόντα είναι κόλλες μονταρίσματος, με διαφορετική τεχνολογία και χρήση ανά περίπτωση:
Montage Stick:
Στεγνώνει με την εξάτμιση του νερού που περιέχει.
- Χαμηλό κόστος
- κατάλληλη για ευαίσθητα υποστρώματα, όπως διογκωμένη πολυστερίνη (φελιζόλ)
- Δυσκολία στεγνώματος μεταξύ μη-πορωδών επιφανειών (τουλάχιστον το ένα από τα δύο πρέπει να είναι πορώδες)
- μέτρια πρόσφυση σε αρκετά λεία υποστρώματα.
Montage S:
Στεγνώνει με την εξάτμιση των διαλυτών που περιέχει.
- Κατάλληλη για πορώδη και μη-πορώδη υποστρώματα.
- Ακατάλληλη για ευαίσθητα σε διαλύτες υποστρώματα, όπως φελιζόλ.
Lastostick:
Πολυουρεθανική κόλλα που στεγνώνει με την υγρασία του αέρα ή του υποστρώματος.
- Κολλάει σε πορώδη και μη-πορώδη υποστρώματα
- Κολλάει ακόμα και σε υγρές επιφάνειες
- Ταχύτατη συγκόλληση
- Η υγρασία επιταχύνει τη σκλήρυνση
- Κατά το στέγνωμα παρουσιάζει ήπια διόγκωση, η οποία συνήθως δεν επιθυμείται
Elastobond:
Κόλλα με βάση πολυμερή τερματισμένα με σιλάνια, στεγνώνει με την υγρασία.
- Κολλάει σε πορώδη και μη-πορώδη υποστρώματα
- Κολλάει ακόμα και σε υγρές επιφάνειες
- Δεν φουσκώνει κατά το στέγνωμα
- Ελαστική
Elastobond Hi Tack:
Τροποποιημένη εκδοχή της Elastobond με πολύ υψηλό ιξώδες (παχύρευστη).
- Επιτρέπει την ανάρτηση βαρέων αντικειμένων χωρίς προσωρινή στήριξη.
- Διατηρεί μεγάλη ικανότητα συγκράτησης φορτίων ακόμα και όταν είναι νωπή λόγω του «βεντουζώματος» που δημιουργεί το υψηλό ιξώδες.
- Απαιτεί ισχυρό πιστόλι για εφαρμογή και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε λεπτό κορδόνι.
Η κατηγορία των συγκολλητικών με βάση ρητίνες τροποποιημένες με σιλάνια (Εlastobond, Elastobond Hi Τack) είναι η νεότερη από τις υπόλοιπες ως τεχνολογία. Σήμερα θεωρείται η προτιμώμενη λύση, καθώς συνδυάζει τα περισσότερα πλεονεκτήματα των παραδοσιακών κόλλων νερού, διαλύτου ή πολυουρεθάνης και κερδίζει συνεχώς μερίδια αγοράς.
ΣΦΡΑΓΙΣΤΙΚΑ ΣΥΓΚΟΛΛΗΤΙΚΑ
Ποια η διαφορά μεταξύ Elastoseal PU 25 LM & Elastoseal PU 50 FC;
Οι ενδείξεις 25 και 50 αναφέρονται στην κλίμακα σκληρότητας του υλικού. Συγκεκριμένα, τα ελαστομερή σφραγιστικά και συγκολλητικά κατατάσσονται σύμφωνα με τη σκληρότητα της ελαστικής μάζας που προκύπτει μετά το πλήρες στέγνωμά τους. Η καθιερωμένη μέτρηση γίνεται με την κλίμακα SHORE A, με σύνηθες εύρος τιμών από 15 έως 60.
-Όσο χαμηλότερος είναι ο δείκτης, τόσο πιο μαλακό είναι το ελαστομερές.
-Όσο υψηλότερος, τόσο πιο σκληρό.
Κατηγορίες σκληρότητας και χρήση:
- 15-30 (μαλακά ελαστομερή): Ιδανικά για αρμούς μεγάλης κινητικότητας, όπως αρμοί διαστολής σκυροδέματος.
- 30-45 (ενδιάμεσα ελαστομερή): Κατάλληλα τόσο για αρμούς όσο και για ελαστικές συγκολλήσεις.
- 45-60 (σκληρά ελαστομερή): Κατάλληλα για αρμούς μικρής κινητικότητας (συναρμογές) και για ελαστικές συγκολλήσεις.
Τα σκληρότερα ελαστομερή (45-60) τείνουν να στεγνώνουν ταχύτερα σε σχέση με τα μαλακότερα (15-30), επειδή χρησιμοποιούνται κυρίως σε εφαρμογές συγκολλήσεων, όπου απαιτείται ταχύτητα σκλήρυνσης.
ΥΒΡΙΔΙΚΑ ΠΟΛΥΜΕΡΗ Ή ΠΟΛΥΜΕΡΗ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΑ ΜΕ ΣΙΛΑΝΙΑ (SMPs / MS Polymers)
Τι είναι τα SMPs ή MS Polymers;
Τα SMPs (Silyl Modified Polymers – Πολυμερή τερματισμένα με σιλάνια) είναι συνήθως πολυόλες ή πολυουρεθάνες που φέρουν τερματισμό σιλανίων. Η εμπορική ονομασία MS Polymer ανήκει στην Kaneka, την ιαπωνική εταιρεία που ανέπτυξε και πατεντάρισε το πρώτο πολυμερές τερματισμένο με σιλάνια.
Τα SMPs αποτελούν μια νέα γενιά πολυμερικών ρητινών, με κύρια χρήση σε σφραγιστικά και συγκολλητικά. Στεγνώνουν (πολυμερίζονται) με την υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα, όπως οι σιλικόνες και οι πολυουρεθάνες, και τα τελευταία χρόνια κερδίζουν συνεχώς μερίδιο αγοράς λόγω των πολλαπλών πλεονεκτημάτων τους.
Κύρια πλεονεκτήματα των SMPs:
Τα SMPs συνδυάζουν τα πλεονεκτήματα των σιλικονών και των πολυουρεθανών, προσφέροντας επιπλέον μοναδικές ιδιότητες:
- Πρόσφυση σε σχεδόν όλα τα υποστρώματα.
- Πρόσφυση ακόμα και σε υγρές επιφάνειες.
- Δεν κιτρινίζουν με την πάροδο του χρόνου.
- Δεν δημιουργούνται φυσαλίδες κατά το στέγνωμα.
- Βάφονται με τα συνήθη οικοδομικά ή βιομηχανικά χρώματα.
- Ανάπτυξη πολύ υψηλών μηχανικών ιδιοτήτων.
- Κατάλληλα για συγκολλήσεις.
- Δεν περιέχουν διαλύτες ή ισοκυανικές ενώσεις (όπως οι πολυουρεθάνες), που θεωρούνται επιβλαβείς για το χρήστη.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα έγχρωμα και τα υπερ-διάφανα SMPs;
Τα υπερ-διάφανα SMPs παρουσιάζουν μειωμένες επιδόσεις σε σχέση με τα έγχρωμα, επειδή για τη διαφάνεια λείπουν συστατικά που βελτιώνουν την πρόσφυση, την ελαστικότητα, τις μηχανικές ιδιότητες και τη χρωματική σταθερότητα.
Επιπλέον, στα υπερ-διάφανα υλικά απουσιάζουν τα πιγμέντα και τα αδρανή, τα οποία λειτουργούν ως φίλτρα UV, με αποτέλεσμα η αντοχή τους στην ηλιακή ακτινοβολία να υστερεί αισθητά σε σχέση με τα έγχρωμα SMPs.
ΣΤΕΓΑΝΩΤΙΚΑ – ΜΟΝΩΤΙΚΑ ΕΠΑΛΕΙΠΤΙΚΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΩΝ
Τι σημαίνει πιστοποίηση για 25 έτη;
Με βάση την Ευρωπαϊκή οδηγία ETAG 005, τα στεγανοποιητικά προϊόντα για ταράτσες μπορούν να δοκιμαστούν και να λάβουν πιστοποίηση έως και 25 έτη (κατηγορία W3). Η πιστοποίηση αναφέρεται στον αναμενόμενο χρόνο ζωής του προϊόντος, περιγράφοντας όμως αναλυτικά τον τρόπο και το πάχος εφαρμογής.
Δεν αποτελεί εγγύηση του παραγωγού για την επιτυχή εφαρμογή, καθώς δεν μπορεί να ελέγχει τις συνθήκες τοποθέτησης. Η εγγύηση μπορεί να δοθεί μόνο από το εξειδικευμένο συνεργείο που αναλαμβάνει την εφαρμογή.
Τι πλεονεκτήματα παρουσιάζουν τα επαλειφόμενα στεγανοποιητικά σε σχέση με τα εναλλακτικά προϊόντα στεγανοποίησης;
Η στεγανοποίηση του δώματος γίνεται συνήθως είτε με επαλειφόμενα στεγανοποιητικά είτε με μεμβράνες (ασφαλτικές, PVC, κ.ά.). Το βασικό πλεονέκτημά τους είναι ότι είναι 100% κολλητά στο υπόστρωμα με αποτέλεσμα, ακόμα κι όταν δημιουργηθεί κάποια σημειακή αστοχία, η διαρροή του νερού περιορίζεται στο συγκεκριμένο σημείο χωρίς να εξαπλώνεται. Έτσι το πρόβλημα λύνεται εύκολα με την τοπική επισκευή του επαλειφόμενου στεγανοποιητικού.
Αντιθέτως, αν υπάρξει αστοχία στις μεμβράνες, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί το σημείο διαρροής και να επισκευαστεί τοπικά. Σε αυτή την περίπτωση, οδηγούμαστε συνήθως στην ολική αφαίρεση των μεμβρανών και στην εφαρμογή νέας στεγανοποίησης. Επιπλέον, τα επαλειφόμενα στεγανοποιητικά δεν απαιτούν εξειδικευμένα συνεργεία για την τοποθέτησή τους, σε αντίθεση με τις μεμβράνες που εφαρμόζονται μόνο από επαγγελματίες μονώσεων, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το κόστος εφαρμογής.
Τι πλεονεκτήματα παρουσιάζουν τα Lastoflex έναντι των επαλειφόμενων στεγανοποιητικών με βάση το νερό;
Τα επαλειφόμενα στεγανοποιητικά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
- Με βάση το νερό: ακρυλικά, υβριδικά ακρυλικά-πολυουρεθάνης, τσιμεντοειδή 2 συστατικών
- Στεγνώνουν με υγρασία ατμοσφαιρικού αέρα: πολυουρεθανικά, σιλανικά
- Δύο συστατικών με 100% στερεά: πολυουρεθάνες, πολυουρίες.
Τα προϊόντα Lastoflex ανήκουν κυρίως στην δεύτερη κατηγορία και παρουσιάζουν:
- Υψηλή αντοχή στο νερό (ακόμα και λιμνάζον) και στις χαμηλές θερμοκρασίες (-40ºC).
- Εξαιρετική μηχανική αντοχή και πρόσφυση.
- Καλή εφαρμογή ακόμα και σε χαμηλές θερμοκρασίες.
Ως συμπέρασμα, τα στεγανοποιητικά που στεγνώνουν με την υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα, προσφέρονται για μόνιμες λύσεις στεγανοποίησης, ενώ ο αναμενόμενος χρόνος ζωής τους μπορεί και υπερβαίνει την 25ετία (βάσει πιστοποίησης).
Αντιθέτως, τα στεγανοποιητικά με βάση το νερό έχουν περιορισμένη αντοχή στο νερό και στο κρύο, ξεφλουδίζουν ή σκάνε και στεγνώνουν δύσκολα σε χειμωνιάτικες συνθήκες. Συνήθως αντέχουν μόνο 2-3 χρόνια.
Τα προϊόντα δύο συστατικών με 100% στερεά δεν είναι δημοφιλή λόγω υψηλού κόστους και δυσκολίας εφαρμογής, αλλά στεγνώνουν γρήγορα ακόμα και σε μεγάλα πάχη, οπότε προτιμώνται σε ειδικές εφαρμογές.
Ποιο Lastoflex να διαλέξω;
Η γκάμα Lastoflex είναι αρκετά μεγάλη για να καλύπτει μεγάλη ποικιλία εφαρμογών. Μπορούμε να χωρίσουμε τα προϊόντα της γκάμας σε δύο βασικές κατηγορίες :
α) Κατάλληλα για έκθεση σε ηλιακή ακτινοβολία :
- Lastoflex-PU: Υψηλή μηχανική αντοχή, οικονομικό. Μειονέκτημα: ελαφριά χρωματική αλλοίωση και κιμωλίωση με τον χρόνο.
- Lastoflex-MS: Υψηλή αντοχή στον ήλιο, παραμένει λευκό, κολλάει απ’ ευθείας ακόμα και σε υγρά υποστρώματα.
- Lastoflex-ST:Μέγιστη αντοχή στον ήλιο, μέγιστη υδροφοβία.
- Lastoflex-AT:Προστατευτική τελική στρώση πάνω από Lastoflex PU, χρωματική σταθερότητα, αποτρέπει την κιμωλίωση.
- Lastoflex-AR:Παρόμοια λειτουργία με το Lastoflex AT, κατάλληλο για εφαρμογές με αυξημένες απαιτήσεις βατότητας.
- Lastoflex-TR:Διαφανές στεγανοποιητικό για εφαρμογές που απαιτείται η εμφάνιση του υποστρώματος (π.χ. πάνω από πλακάκια).
- Lastoflex-W:Προϊόν με βάση το νερό, εύκολη χρήση, περιορισμένη αντοχή στο νερό και στο κρύο.
Συμπέρασμα: Το Lastoflex PU είναι οικονομική λύση με μακροχρόνια αντοχή, ενώ για μέγιστη αντοχή προτείνονται τα Lastoflex ST, Lastoflex MS ή Lastoflex PU με επικάλυψη Lastoflex AT ή Lastoflex AR.
β) Ακατάλληλα για απευθείας έκθεση στον ήλιο:
- Lastoflex PB 1K: Ανταγωνιστικό κόστος, εύκολη εφαρμογή.
- Lastoflex PB 2K: Εξαιρετική ελαστικότητα, γρήγορο στέγνωμα σε μεγάλα πάχη.
- Lastoflex TC: Κατάλληλο για κλειστούς χώρους, χωρίς διαλύτες, γρήγορο στέγνωμα, επαφή με πόσιμο νερό.
Με βάση τα παραπάνω, το Lastoflex PB 1K είναι ένα γενικής χρήσης στεγανοποιητικό, ιδιαίτερα ανταγωνιστικού κόστους και μακρόχρονης αντοχής.
Πρέπει πάντα να εφαρμόζεται αστάρι πριν την εφαρμογή των Lastoflex;
Το αστάρωμα δεν είναι πάντα απαραίτητο και εξαρτάται από το είδος του υποστρώματος. Τα αστάρια χρησιμοποιούνται για:
- Βελτίωση της πρόσφυσης του στεγανοποιητικού στο υπόστρωμα.
- Ενίσχυση σαθρών και πορωδών υποστρωμάτων.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα στεγανοποιητικά Lastoflex κολλάνε απευθείας στο υπόστρωμα, οπότε το αστάρι είναι περιττό. Σε άλλες περιπτώσεις, το αστάρι μπορεί να είναι ακατάλληλο για χρήση σε κάποιο δεδομένο υπόστρωμα και να προκαλέσει αστοχία πρόσφυσης.
Τα περισσότερα αστάρια είναι κατάλληλα για πορώδη υποστρώματα (π.χ. μπετόν), αλλά πλήρως ακατάλληλα για μη-πορώδεις επιφάνειες, όπως σε περιπτώσεις όπου το υπόστρωμα είναι καλυμμένο με προϋπάρχοντα στεγανοποιητικά υλικά.
Tip: Ελέγξτε πάντα τη συμβατότητα του ασταριού με το υπόστρωμα καθώς επίσης λάβετε υπόψη ότι τα προϊόντα Lastoflex θα πρέπει να συνδυάζονται με τα προτεινόμενα αστάρια της Elastotet. Συνδυασμοί με αστάρια άλλων εταιρειών ενδέχεται να οδηγήσουν σε αστοχίες.
Συμβουλευτείτε τα τεχνικά φυλλάδια των προϊόντων με τις αναλυτικές οδηγίες εφαρμογής.
Τα στεγανοποιητικά Lastoflex χρειάζονται αραίωση;
Τα προϊόντα Lastoflex είναι έτοιμα προς χρήση. Αραίωση απαιτείται μόνο αν επιθυμείτε να μειώσετε το ιξώδες για:
- Ευκολότερο και πιο ξεκούραστο άπλωμα με ρολό
- Εφαρμογή με ψεκασμό airless
Σε αυτές τις περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται μόνο τα διαλυτικά που προτείνει ο παραγωγός για κάθε Lastoflex.
Θα πρέπει να εφαρμόζουμε στο πρώτο χέρι το Lastoflex αραιωμένο;
Η αραίωση του στεγανοποιητικού υλικού στο πρώτο χέρι αποτελεί μια καθιερωμένη πρακτική, η οποία συχνά εφαρμόζεται αντί ασταριού. Η λογική πίσω από αυτήν την τεχνική είναι ότι το αραιωμένο προϊόν μπορεί να εμποτίσει καλύτερα το υπόστρωμα (ειδικά αν είναι πορώδες) συμβάλλοντας έτσι στη βελτίωση της πρόσφυσης και της αγκύρωσης του στεγανοποιητικού.
Η Elastotet, χωρίς να απορρίπτει τη συγκεκριμένη πρακτική, προτείνει ως πιο ενδεδειγμένη λύση τη χρήση των κατάλληλων, προδιαγεγραμμένων ασταριών, όπως τα Primer VL, Primer Epoxy W και Primer W40, τα οποία εξασφαλίζουν πιο ελεγχόμενο και αξιόπιστο αποτέλεσμα.
Πώς υπολογίζω την κατανάλωση ανά τετραγωνικό;
Ένα συχνό λάθος είναι να αντιμετωπίζονται τα επαλειφόμενα στεγανοποιητικά σαν χρώματα, υπολογίζοντας την κατανάλωση με βάση το πόσο «καλύπτουν» οπτικά την επιφάνεια. Αυτό μπορεί να ισχύει για τις βαφές, όχι όμως για τα στεγανοποιητικά.
Στην περίπτωση των στεγανοποιητικών, η κατανάλωση εξαρτάται κυρίως από την απορροφητικότητα, την τραχύτητα και τις ανωμαλίες του υποστρώματος. Το ενδεδειγμένο πάχος του στεγνού φιλμ πρέπει να είναι τουλάχιστον περίπου 1mm, ώστε το υλικό να μπορεί να ακολουθεί τις συστολοδιαστολές του υποστρώματος (ημερήσιες και εποχικές) και να γεφυρώνει μικρορωγμές.
Σε υποστρώματα που ενδέχεται να παρουσιάσουν έντονες ρηγματώσεις (όπως τσιμεντοκονίες ή αφρομπετόν), συνιστάται μεγαλύτερο πάχος εφαρμογής (έως και διπλάσιο), καθώς και χρήση κατάλληλου οπλισμού (π.χ. γεωύφασμα).
Για έναν βασικό υπολογισμό: αν ένα υλικό είχε 100% στερεά και πυκνότητα 1 kg/lt, τότε για πάχος 1mm θα απαιτούνταν περίπου 1 kg/m² σε λεία επιφάνεια. Στην πράξη όμως, τα περισσότερα στεγανοποιητικά έχουν πυκνότητα 1,25-1,45 kg/lt και απώλειες όγκου 15%-30% (λόγω νερού ή διαλυτών), ενώ το υπόστρωμα σπάνια είναι απολύτως λείο. Έτσι, η πραγματική κατανάλωση συνήθως διαμορφώνεται περίπου στα 1,2-1,5 lt/m² ή 1,5-2,0 kg/m² για πάχος 1mm.
Τέλος, όταν συγκρίνουμε διαφορετικά στεγανοποιητικά, χρειάζεται προσοχή: κάποια τιμολογούνται σε λίτρα και άλλα σε κιλά, οπότε απαιτείται σωστή μετατροπή για δίκαιη σύγκριση.
Μπορούμε αραιώνοντας το στεγανοποιητικό να αυξήσουμε την απόδοση του (να βγάλουμε περισσότερα μέτρα);
Η αραίωση (με διαλύτη ή νερό) αυξάνει προσωρινά τον όγκο του υγρού υλικού, οπότε φαίνεται ότι με την ίδια ποσότητα μπορούμε να καλύψουμε περισσότερα τετραγωνικά ανά στρώση. Στην πράξη όμως, η συνολική κατανάλωση δεν αλλάζει.
Αυτό συμβαίνει γιατί το υλικό αραίωσης εξατμίζεται κατά το στέγνωμα, με αποτέλεσμα να παραμένει το ίδιο τελικό πάχος στεγνού φιλμ, όπως και στο μη αραιωμένο προϊόν.
Επομένως, η αραίωση δεν αυξάνει ουσιαστικά την απόδοση του στεγανοποιητικού και δεν αποτελεί τρόπο εξοικονόμησης υλικού. Αντιθέτως,, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το τελικό αποτέλεσμα αν δεν γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες.
ΑΦΡΟΙ ΠΟΛΥΟΥΡΕΘΑΝΗΣ
Τι σημαίνει αφρός Β1, Β2 ή Β3;
Οι αφροί πολυουρεθάνης κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με το πρότυπο DIN 4102, ανάλογα με τη συμπεριφορά τους στη φωτιά. Έτσι, χωρίζονται σε: Β1 (ιδιαίτερα βραδύκαυστοι), Β2 (βραδύκαυστοι) και Β3 (κανονικής ευφλεκτότητας).
Στην πράξη, η μεγάλη πλειονότητα των αφρών (περίπου 99%) ανήκει στην κατηγορία Β3. Οι αφροί κατηγορίας Β1 και Β2 χρησιμοποιούνται κυρίως σε εφαρμογές όπου απαιτείται αυξημένη πυρασφάλεια, όπως γύρω από κάσες πορτών πυρασφαλείας.
Ποια είναι τα πλεονεκτήματα του αφρού πιστολιού;
Ο αφρός πιστολιού προσφέρει σημαντικά μεγαλύτερη απόδοση (περισσότερα λίτρα) σε σχέση με τον αφρό χειρός και δίνει καλύτερο έλεγχο στην εφαρμογή. Επιπλέον, μπορεί να χρησιμοποιείται σταδιακά: η ίδια φιάλη μπορεί να παραμείνει σε χρήση για αρκετές ημέρες ή και εβδομάδες.
Αντιθέτως, ο αφρός χειρός, μετά το άνοιγμα, πρέπει να χρησιμοποιηθεί άμεσα. Αν μείνει αχρησιμοποίητος για λίγες ώρες, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μπλοκάρει η βαλβίδα και να καταστεί άχρηστος.

